simplebooklet thumbnail

λεξιλογικος πίνακας

of 0
Λεξιλογικός πίνακας: λέγω
Πρότυπο Πειραματικό Γ/σιο Π. Κ. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα β΄ Γυμνασίου
Διδάσκουσα: Κατερίνα Κακόγιαννη Σελίδα 1
Λεξιλογικός πίνακα: λέγω (θ. λεγ-, λογ, *Fρη-)
Μέρος α΄: ΑΠΛΕΣ ΛΕΞΕΙΣ που προέρχονται από το ρήμα λέγω
Αρχαία ελληνική γλώσσα
Το λογίδιον: μικρός μύθος, διήγηση
Αρχαία και Νέα Ελληνική Γλώσσα
Η λέξις: μια διαδοχή φθόγγων που αναγνωρίζεται από τον ομιλητή της γλώσσας
ως δηλωτική συγκεκριμένης σημασίας.
χαρακτηρίζεται από κενό διάστημα πριν και μετά από αυτήν.
Λεκτικός:
αυτός που σχετίζεται με το λόγο
ο ικανός στο λόγο
ο εύγλωττος
ο λόγος:
η ομιλία, η ικανότητα του ανθρώπου να μιλάει, να διατυπώνει τις σκέψεις
του
σύστημα έκφρασης και επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων δηλ. η
γλώσσα
δικαιολογία
το λογύδριον: σύντομος λόγος
λόγιος:
ο έμπειρος στους λόγους
ο καλλιεργημένος, ο μορφωμένος
λογικός: αυτός που έχει λογική, ο έλλογος, αυτός που ενεργεί με τη λογική, δηλ.
την ορθή σκέψη
λογίζομαι:
λογαριάζω, υπολογίζω, νομίζω, θεωρώ, συμπεραίνω
στη ν.ε. θεωρούμαι
λογισμός: σκέψη, συλλογισμός, στοχασμός
π. χ. Πού τρέχει ο λογισμός σου; ( Τι σκέφτεται; Τι συλλογάσαι;)
λογείο: μέρος του θεάτρου όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί, συγκεκριμένα τμήμα της
σκηνής.
Ο ρήτωρ (-ορας) :
αυτός που εκφωνεί ρητορικούς λόγους
Λεξιλογικός πίνακας: λέγω
Πρότυπο Πειραματικό Γ/σιο Π. Κ. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα β΄ Γυμνασίου
Διδάσκουσα: Κατερίνα Κακόγιαννη Σελίδα 2
αυτός που δημόσια και προφορικά αναπτύσσει τα επιχειρήματά του με
σκοπό να υποστηρίξει μια θέση ή να πείσει για κάτι ή να εκφράσει την
άποψή του
ρητορικός: αυτός που σχετίζεται με τη ρητορική και συγκεκριμένα ο έμπειρος
στη ρητορική
η ρησις (-η)
(α.ε.) λόγος
(ν.ε.)γνωμικό, απόφθεγμα: σύντομη φράση στην οποία διατυπώνεται
άποψη που θεωρείται ότι έχει αδιαμφισβήτητο κύρος και συνήθως
διδακτικό χαρακτήρα. π.χ. παν μέτρον άριστον
η ρήτρα:
(α.ε) γνωμικό
(ν.ε.) προφορική συμφωνία
(ν.ε.) όρος σε συμφωνία, σε διαθήκη, ποινική ρήτρα: όρος συμβολαίου
που προβλέπει συγκεκριμένη ποινή για τον παραβάτη
Νέα Ελληνική Γλώσσα
λεξικό: έργο που συγκεντρώνει κατά αλφαβητική σειρά τις λέξεις μιας
γλώσσας, δίνοντας διάφορες πληροφορίες γι’ αυτήν είτε ερμηνευτικές είτε
γραμματικές είτε για την ορθογραφία
τα λόγια: οτιδήποτε λέει κανείς
λογάς: φλύαρος, αυτός που δίνει πολλές υποσχέσεις που δεν τηρεί
λογιοσύνη: πνευματική καλλιέργεια
το ρητό: απόφθεγμα, γνωμικό
Λεξιλογικός πίνακας: λέγω
Πρότυπο Πειραματικό Γ/σιο Π. Κ. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα β΄ Γυμνασίου
Διδάσκουσα: Κατερίνα Κακόγιαννη Σελίδα 3
Μέρος β΄: ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ που προέρχονται από το λέγω
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα
λογοποιός: πεζογράφος
αμφιλέγω:
φιλονικώ
αμφισβητώ
Αρχαία και Νέα Ελληνική Γλώσσα
λογομαχέω, λογομαχω: συζητώ με έντονο και εριστικό τρόπο, (συν.) φιλονικώ,
τσακώνομαι
αντιλέγω: διατυπώνω διαφορετική άποψη απ’ τους άλλους, διαφωνώ
αντιλογία: η έκφραση της αντίθετης άποψης, διαφωνία, αντίρρηση
αντίρρησις (-η): αντιλογία, διαφωνία
προλέγω:
διαλέγω, προτιμώ (α.ε)
λέω εκ των προτέρων κάτι, προφητεύω, προβλέπω
πρόλογος: το εισαγωγικό μέρος ενός κειμένου ή μιας ομιλίας
πρόρρησις (-η) : προφητεία, πρόβλεψη μέλλοντος
επίλογος: το τελευταίο μέρος ενός κειμένου , μιας ομιλίας, ενός λόγου, μιας
έκθεσης
παράλογος: αυτός που αντιβαίνει στους κανόνες λογικής π.χ. αυτός ο φόβος
σου είναι παράλογος
ανάλογος: αυτός που έχει μια ομοιότητα, μια συμμετρία, μια αντιστοιχία
φιλόλογος:
αυτός που αγαπά τους λόγους
αυτός που αγαπά τη φιλοσοφική αναζήτηση
ο φίλος των γραμμάτων ή αλλιώς ο φιλομαθής
ο επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη φιλολογία
πολύλογος (ν.ε.) πολυλογάς: φλύαρος, φαφλατάς
η πολυλογία: η φλυαρία
άρρητος: απερίγραπτος, αυτός που δεν μπορεί να ειπωθεί π.χ. άρρητο
μυστήριο, άρρητο θαύμα
απόρρητος: ο μυστικός, αυτός που δεν μπορεί να ανακοινωθεί δημόσια
Λεξιλογικός πίνακας: λέγω
Πρότυπο Πειραματικό Γ/σιο Π. Κ. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα β΄ Γυμνασίου
Διδάσκουσα: Κατερίνα Κακόγιαννη Σελίδα 4
η ετυμολογία: η αναζήτηση της αρχικής μορφής και σημασίας μιας λέξης
αμφιλεγόμενος: αυτός για τον οποίο υπάρχουν δυο ή περισσότερες
αντικρουόμενες απόψεις με αποτέλεσμα να αμφισβητείται
η αρχαιολογία: η ιστορική έρευνα παλαιότερων πραγμάτων, η επιστήμη που
μελετά αντικείμενα, έργα τέχνης, απομεινάρια παλαιότερων εποχών
μυθολογία:
η διήγηση μυθικών παραδόσεων
το σύνολο των μυθικών παραδόσεων ενός λαού
Νέα Ελληνική Γλώσσα
λογοδοτώ: δίνω λόγο για τις πράξεις μου
λογοφέρνω: διαπληκτίζομαι, τσακώνομαι
λογοκρίνω: περιορίζω την ελευθερία της έκφρασης, ελέγχω όσα λέει κάποιος
λογάριθμος: ο εκθέτης στον οποίο πρέπει να υψωθεί ένας αριθμός για να
προκύψει ένας νέος αριθμός
λογοτέχνης: αυτός που καλλιεργεί τον έντεχνο λόγο, ο δημιουργός
λογοτεχνικών έργων, ο ποιητής ή ο πεζογράφος
λογοπαίγνιο: παιχνίδι με λέξεις πολλαπλών σημασιών ή με λέξεις διαφορετικής
σημασίας αλλά ομόηχες
λογοθεραπεία: η θεραπεία διαταραχών λόγου όπως ο τραυλισμός, ο ψευδισμός
λογικοφανής: αυτός που φαίνεται λογικός, αλλά δεν είναι
λεξικογραφία: η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη μέθοδο σύνταξης ενός
λεξικού
μονολεκτικός: αυτός που απαντάει με μια μόνο λέξη, όπως ναι, όχι, ίσως
κοντολογίς: με λίγα λόγια
μισθολόγιο: επίσημος πίνακας που καθορίζει το μισθό υπαλλήλων
τιμολόγιο: έγγραφο που δίνεται από τον πωλητή στον αγοραστή και στο οποίο
αναγράφονται τα στοιχεία πώλησης δηλ. το είδος, η τιμή του , το ΦΠΑ κ.α.
αερολογία:
κλάδος μετεωρολογίας που μελετά την ατμόσφαιρα
λόγια του αέρα, χωρίς νόημα, χωρίς ουσία, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο
βιολογία: επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα ζωής και τους νόμους που
διέπουν τη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών.
Λεξιλογικός πίνακας: λέγω
Πρότυπο Πειραματικό Γ/σιο Π. Κ. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα β΄ Γυμνασίου
Διδάσκουσα: Κατερίνα Κακόγιαννη Σελίδα 5